00:00:00/ —
Η αίτηση διόρθωσης δικαστικής απόφασης αποτελεί ειδικό νομικό μέσο που προβλέπεται από το άρθρο 315 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφαση του. Διορθώνονται ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή κατά την καθαρογραφή της απόφασης και προκαλούν προφανή ασυμφωνία μεταξύ δηλωθέντος και βουληθέντος, ενώ σε κάθε περίπτωση η διόρθωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε μεταβολή, παραλλαγή ή ανάκληση του περιεχομένου της απόφασης.
Η διαδικασία προβλέπει ότι η συζήτηση γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται, και αφού κληθούν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση. Η αίτηση διόρθωσης απόφασης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τα λάθη ή τις παραλείψεις ή τις ανακρίβειες που ζητείται να διορθωθούν, καθώς και την εντεύθεν προκύπτουσα πρόδηλη ασυμφωνία μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της. Το θέμα είναι σημαντικό γιατί επιτρέπει τη διόρθωση προφανών σφαλμάτων χωρίς την ανάγκη άσκησης ένδικου μέσου, εξασφαλίζοντας την ακρίβεια των δικαστικών αποφάσεων.
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις ομιλητών